Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Μεσάνυχτα στο Παρίσι

midnight-in-paris27 large

Δεν υπάρχει καμία έκπληξη στη διαπίστωση ότι ο Woody παραδίδει με τη νέα του ταινία ένα ακόμα κεφάλαιο στην αυτοβιογραφία του. Το γεγονός όμως ότι σε αυτήν την ηλικία διαλέγει να μειώσει τη επίδειξη ευφυΐας και φαρμακερής ατάκας για χάρη ενός ανόθευτου, ανεπιτήδευτου ρομαντισμού δεν μπορεί παρά να μας αναγκάζει σε βαθιά υπόκλιση. Μα αυτός δεν υπήρξε πάντα ο κινηματογραφικός Allen; Ένας απεγνωσμένος υπαρξιστής φιλόσοφος, καταδικασμένος να προσπαθεί – μάταια, τώρα πια το ξέρουμε αλλά καθόλου δεν μας νοιάζει – να πείσει τον εαυτό του ότι τα παραμύθια μπορούν να γίνουν αληθινά. Στο Midnight in Paris υιοθετεί ένα σκηνοθετικό άγγιγμα ελαφρύ σαν πούπουλο για να εικονογραφήσει την, αγαπημένη του τα τελευταία χρόνια (βλ. Vicky Cristina Barcelona), αντιπαράθεση ανάμεσα στο συμβιβασμό και την αντίδραση, την ασφάλεια και το άσβεστο πάθος.

 

Στην πραγματικότητα έχουμε τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων: ο πρώτος προσανατολισμένος στο αποτέλεσμα κι ο δεύτερος στη διαδικασία. Η επιλογή είναι ξεκάθαρη για τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη, αλλά όχι χωρίς το τίμημά της. Βλέπετε, ο κυνισμός εδρεύει τόσο κοντά στην καρδιά του ρομαντισμού που χρειάζεται μια σοφία ξεχωριστή για να τον αποδώσεις. Αποτίνοντας το δικό του φόρο τιμής στη δεκαετία του ’20 και στους καλλιτέχνες της, ο Allen επιδίδεται ταυτόχρονα σε έναν αφοπλιστικό αυτοσαρκασμό για τη νοσταλγία που υιοθετείται ως εύκολη λύση, για τη ψευδαίσθηση ότι αν ζούσαμε σε άλλη εποχή (οποιαδήποτε πέρα από το καταραμένο τώρα), όλα θα ήταν καλύτερα.

Όσο και να υποσκάπτει όμως τη ρομαντική μας πλευρά, δεν μπορεί να κρύψει τη λαχτάρα του για αυτήν και τη συμπάθειά του για τη συντριβή που γνωρίζει σε μια εποχή αυτοματοποίησης. Κι εδώ ακριβώς διαπιστώνει (με τους θεατές να στέκουν ευτυχείς μάρτυρες) τη θέση του και, μαζί, την καλή του τύχη. Δεν είναι παρά ένας παραμυθάς μεθυσμένος με τις απεριόριστες δυνατότητες που του προσφέρει απλόχερα η τέχνη του. Η μαγεία της νοσταλγίας και το ταξίδι που περικλείει εντός της είναι εγγενή στοιχεία της έβδομης τέχνης. Μόνο στο σινεμά, εντός της σκοτεινής αίθουσας, ο χρόνος και ο θάνατος (μοιάζουν να) τιμωρούνται για την αλαζονεία της παντοδυναμίας τους.

Επιστρατεύοντας το μαγικό ρεαλισμό στον οποίο και αρίστευσε σχεδόν τριάντα χρόνια πριν με το Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου, καταγράφει μια συλλογική, προυστικής ατμόσφαιρας, αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Κι ας μη ξεχνάει ποτέ ότι δεν υπάρχει καμία λύτρωση και ο χαμένος παράδεισος είναι μια χίμαιρα. Αν δεν παραιτείται μπροστά στην ματαιότητα αυτή, το οφείλει στο καθαρτήριο χιούμορ του. Η μάζωξη μιας τόσο εκλεκτής παρέας - Hemingway, F. Scott και Zelda Fitzgerald, Cole Porter, Picasso, Cocteau, Man Ray, Gertrude Stein – συνοδεύεται από σκηνές αβίαστου γέλιου (αν και αυτή τη φορά το συνοδευτικό δάκρυ φέρει μια γεύση αλλιώτικη), με την παράσταση να κλέβει άνετα ο Adrien Brody ως Salvador Dali. Τα inside jokes δίνουν και παίρνουν (η «πραγματική» πηγή έμπνευσης του Bunuel για τον Εξολοθρευτή Άγγελο, το «Where I come from, people measure their lives in coke spoons» του Gil στον T. S. Eliot), ενώ η κριτική στο σύγχρονο Hollywood παραμένει πάντα εμπνευσμένη.

Εννοείται πως η απεικόνιση της Πόλης του Φωτός είναι εντελώς τουριστική, αλλά ευτυχώς οι Γάλλοι (σε αντίθεση με τους Άγγλους που του την έπεσαν για τα καλά με το Match Point) αντιλήφθηκαν την ειρωνεία που απευθύνεται πρωτίστως στον ίδιο του τον εαυτό και, συνεκδοχικά, στο κάθε Αμερικάνο που νιώθει μειονεκτικά για την έλλειψη Ιστορίας και κουλτούρας. Τα Ηλύσια Πεδία, οι Κήποι του Λουξεμβούργου, οι γραφικοί μπουκινίστ στις όχθες του Σηκουάνα, η μαγευτική Μονμάρτη, όλα είναι εδώ. Σε μια σχέση συμπληρωματική, ποτέ άλλοτε μια ταινία δεν λάτρεψε τόσο μια πόλη και την ατμόσφαιρά της και ποτέ άλλοτε μια πόλη δεν ερωτεύτηκε το ίδιο το σινεμά που την επισκέφτηκε.

Συναισθήματα που, δυστυχώς, δεν ανήκουν σε όλους. Η διαφορά που χωρίζει τον Gil και την Adriana (εξαιρετικός ο Owen Wilson, σαγηνευτική η Marion Cotillard) από τη γυναίκα του πρώτου, Inez, και τον Mike, κλασική περσόνα ψευτοδιανοούμενου στο σινεμά του Allen, είναι ενδεικτική κι αντανακλά μια (συναισθηματική) στάση ζωής. Για τους πρώτους και τους όμοιούς τους, η αίσθηση είναι μία σαν πέσουν οι τίτλοι τέλους: Δεν κάνουν πια ταινίες σαν κι αυτήν.

Μόνο αυτός.

πηγή movieworld.gr

Σχόλια  

 
0 #1 gobrogobro 09-01-2016 14:16
Excellent web site. A lot of helpful information here.
I am sending it to some friends ans also sharing in delicious.
And certainly, thanks on your effort!
Παράθεση
 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση